Περιήγηση στο γλωσσάριο χρησιμοποιώντας αυτό το ευρετήριο

Ειδικά | Α | Β | Γ | Δ | Ε | Ζ | Η | Θ | Ι | Κ | Λ | Μ | Ν | Ξ | Ο | Π | Ρ | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω | A | B | C | D | E | F | G | H | I | J | K | L | M | N | O | P | Q | R | S | T | U | V | W | X | Y | Z | 0 | 1 | 2 | 3 | 4 | 5 | 6 | 7 | 8 | 9 | ΟΛΑ

Κ

Κοινωνική συμμετοχή

Συμμετοχή σε δραστηριότητες που συμβάλλουν στην επίλυση δημόσιων προβλημάτων ή στην ενίσχυση της δημοκρατίας, όπως εκστρατείες, συζητήσεις ή μαθητικά συμβούλια.


Κοινωνικός ακτιβισμός

Δράσεις που αποσκοπούν στην προώθηση της κοινωνικής αλλαγής, της δικαιοσύνης ή της βιωσιμότητας.


Κρίση

Μια σοβαρή κατάσταση που θέτει σε δοκιμασία την κανονική ζωή, όπως πόλεμος, οικονομική ύφεση ή κλιματική έκτακτη ανάγκη, η οποία συχνά ωθεί την ΕΕ να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις ή να προσαρμοστεί.