Συμμετοχή στην κοινότητα ή την κοινωνία με σκοπό τη βελτίωσή της — για παράδειγμα, μέσω εθελοντισμού, ψήφου ή συμμετοχής σε τοπικά ή σχολικά προγράμματα.
» Γλωσσάριο